Δευτέρα, 4 Ιανουαρίου 2016

Ένας χρόνος χωρίς τον Μιλτιάδη Ξυλούρη του Ξυδάκη – Ένα ποίημα-αϕιέρωμα από την κόρη του Ελένη


Ο χρόνος …
Ακριβέ μου Μπαμπά…..

Απίστευτο κι αν πέρασε ο ένας χρόνος τώρα
πως έγινε πώς φτάσαμεσε τούτηνε την ώρα.
Έφυγες κι όλα αλλάξανε και το μυαλό μου στάση,
έκαμε εικόνα και θωρεί μια μόνο που φαντάσει,
συνέχεια στη σκέψη μου η Τρίτη που ήρθες κάτω
με την Τετάρτη που έφερε το άσκημο μαντάτο.
Ορφάνεψα από μπαμπά και σπάραξε η καρδιά μου
τα αίμα μου εσταμάτησε, σπάσαν τα σωθικά μου.
Λένε ο χρόνος παγουδιά, το πόνο πως γλυκαίνει
ψώματα είναι κι αν τοζει κανείς καταλαβαίνει.
Πράμα δεν άλλαξε ο καιρός κι πόνος ίδιος μένει
σ’ αυτή την άδικη στιγμή που’ χω βλαστημημένη.
Γιατί ΜΠΑΜΠΑ ΜΟΥ ΑΚΡΙΒΕ είναι μεγάλη μπόρα
που δε περνά αξεμάτωτη καμιάς καμία ώρα.
Η μάνα εσοκαρίστηκε κλαίει και δεν αρνεύγει
και από σένα μια στιγμή η σκέψη τση δε φεύγει,
πάλι όπως κάνατε μαζί εμάζεψε μας κι είπε
«κάμετε ότι θα ΄θελε ανάλογα σταθείτε,
ο πόνος είναι δυνατός και η φωθιά μεγάλη
και να ‘χετε την έγνοια σας σαφή η μια στην άλλη».
Για τα εγγόνια μια αγκαλιά, «μα ο παππούς δε φεύγει
πάντα θα είναι δίπλα σας και θα σας προστατεύγει».
Και του γαμπρού τζη εζήτηξε αυτός να κανονίσει
την ώρα που σε παίρνανε κιανείς να μη σου’ γγίξει,
να μην πειράξουν το κορμί που τόσο αγαπούσε
μη χαραχτεί και φτάνει το ότι έσειρε όσο ζούσε.
Όμως εγώ δεν ήθελα κι ούτε κανείς δικός σου,
εδα να φύγεις που έπαιρνες χαρές η των παιδιών σου.
Γιατί ήσουνα ξεχωριστός και πάντοτε θα είσαι
το φόβο δεν εγνώρισες κι έλεγες πρώτα «ζήσε,
μη ντρέπεσαι, μη πεθυμάς άλλος κακό να νιώσει
αυτά δεν είναι δείγματα ανθρώπου που ’χει γνώση.
Τα βήματα σου σταθερά και στης τιμής το δρόμο
αυτόν που δείχνει φωτεινός και να πιστές το νόμο.
Όλα στη φύση έχουνε συγκεκριμένη θέση
προσπάθησε και διάλεξε αυτή που θα σ ’αρέσει
και κάνε όνειρα μαζί πιτήδεια και μεγάλα
βάνε τους φως και χρώματα για να σου φέρουν κι άλλα.
Μη χορταριάζεις κύλησε έστω με δυσκολία
μα τίποτα αξιοπρεπές δεν έχει ευκολία.»
Πώς να σου πει εσέ κιανείς τι είναι η θυσία
απού την έκαμες νωρίς με απαίτηση καμμία.
Παντρεύτηκες τη μάνα μας για να γλιτώσεις μόνο
να σώσεις τον ακήρυχτο πόλεμο των γειτόνω,
κι εστάθηκες αλύγιστος στην οικογένεια σου
άντρας με λόγο και τιμή περίσα η αθρωπιά σου
Και ήσουν εγγύηση εσύ γιατί ήσουν ρωμαλέος
δίκαιος άντρας, σκεπτικός και απίστευτα γενναίος.
Στση χέρας σου τη δύναμη ,στση σκέψη σου τη κρίση
αυτά ήτανε τα όπλα σου σε όλη σου τη ζήση.
Η μοίρα σας αντάμειψε με μια μεγάλη αγάπη
μ’ αληθινά αισθήματα και σεβασμό γεμάτη.
Τα χρόνια που ήρθανε φτωχά μα μόνο για τη ζέπη
αιρετικός, ξεχωριστός ξεπέρασες τα πρέπει.
Αυτά που πνίγουνε πολλούς μα λίγοι τα νικούνε
γιατί φοβούνται στη φωθιά να μπούνε μη καούνε.
Στου πλάτανου τον ασκιανό είχες από όλα ζήσει
παρέες, γάμους, θάνατο κι ότι έφερνε η φύση.
Μπαμπά, στολίδι ακριβό,μοναδικό πετράδι
εστόλιζες ολόλαμπρο πάντοτε το λιβάδι.
Τα πάθη σου στου λιβαδιού έζησες την πλατεία
πιοτό με φίλους, μουσική και άρχιζε η πορεία
που πάντοτε ετελείωνε με ένα απλό σημάδι
«Ο άνεμος» του Σκορδαλού σου φύσανε το βράδυ
κι έπιανες και το χόρευες κι η όψη αναρριχάτο
από τη γης στους ουρανούς και με πιτήδειο σάλτο.
Με ένα χορό στητό, βαρύ, ήρεμα πατημένο
που κάθε ζάλο απ’ τη ψυχή ήτανε ποβγαρμένο.
Αξέχαστο το λάκτισμα μέσα στα δάχτυλα σου
άρχιζε η αιώρηση στα μέρη τα δικά σου.
Κι όλοι σε καμαρώναμε μαζί μικροί μεγάλοι
γιατί έκανες μεσάνυχτα τον ήλιο να προβάλλει.

Οι φίλοι σου αμέτρητοι σ’ όλα τση γης τα μέρη
απ’ όπου κι αν επέρασες έστω για ένα σεφέρι.
Από όπου κι αν εδιάβηκα κι έλεγα το όνομα σου
έβρινα άθρωπο σαφή να λέει τα πρεπά σου
πως είσαι φίλος μπιστικός, με σέβος και με ήθος
και δε ‘γαπάς τα ψώματα ως γίνετε συνήθως.
Κι ακόμη τώρα οι φίλοι σου φτάνουν και σε γυρένε
και μια κουβέντα έρχουντε κει που’ σαι και σου λένε.
Πριν παγουδιάσει οπόνος σου μας βρήκε ένας άλλος
που ήταν κι εκείνος δυνατός ,απρόοπτος, μεγάλος.
Έφυγε η θεία η Βαγγελιά η μοναχαδερφή σου
ήθελε ξέρουμε σαφή να βρίνετε μαζί σου.
Δεν τση ‘παμε πως έφυγες και μη τηνε μαλώσεις
σκεφτήκαμε δεν ήθελες κι εσύ να την πληγώσεις.
Μα αυτή σαν να κατάλαβε κι έλεγε κάθε μέρα
«ωχ αδερφέ μου όμορφε να σου κρατώ τη χέρα
ωκεανούς και θάλασσες θελα διαβώ το βράδυ
για να σε ιδώ ένα λεφτό αδερφέ μου Μιλτιάδη».
Ξέρεις μπαμπά σας σκέφτομαι μαζί ευτυχισμένους
παρέα και με τους γονείς τους πολυαγαπημένους
κι πόνος λίγο παγουδιά και η καρδιά μπραγένει
μα λείπετε κι η σκέψη μας όλο σε σας γιαγέρνει.
Δε θα χαθείς γιατί η καρδιά τη θέση σου φροντίζει
με αναμνήσεις όμορφες σαφή τηνε στολίζει
μα δε θα ακούσω άλλη φορά «για έλα» να φωνιάζεις
και δε θα έχω ανάμνηση άλλη να μ’αγκαλιάζεις,
Να ’ρχεσαι σκιας στον ύπνο μου να σε θωρώ για λίγο
να μου ’ρμηνέψεις του καημού, τρόπο για να ξεφύγω.


Ελένη Μιλτιάδη Ξυλούρη
anogi.gr